καταδίδω


καταδίδω
καταδίδω και καταδώνω κατέδωσα, γίνομαι καταδότης, φανερώνω στις αρχές κάποιον που καταζητείται, προδίδω: Οι συγγενείς του τον κατέδωσαν.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Look at other dictionaries:

  • καταδίδω — καταδίδω, κατέδωσα και κατάδωσα βλ. πίν. 186 και πρβλ. καταδίνω …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • καταδίδω — και καταδίνω (Μ καταδίδω, Α καταδίδωμι) νεοελλ. μσν. 1. καταγγέλλω κάποιον ή κάτι κρυφά 2. προδίδω κάτι, αποκαλύπτω κάποιο μυστικό·)| μσν. (για πράγματα) μαρτυρώ ότι κάτι υπάρχει αρχ. 1. απονέμω, δίνω 2. (για κλειστή θάλασσα ή λίμνη) εκβάλλω,… …   Dictionary of Greek

  • καταδίδω — [катадидо] ρ. доносить, выдавать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • καταδώνω — καταδίδω*. [ΕΤΥΜΟΛ. < τον αόρ. κατ έ δωσα τού καταδίδω, υποχωρητικά κατά το σχήμα ψήλωσα: ψηλώνω] …   Dictionary of Greek

  • αβανιάζω — [αβανιά] 1. διαβάλλω, συκοφαντώ, κακολογώ 2. προδίδω, καταδίδω …   Dictionary of Greek

  • δίνω — (I) και δίδω και δώνω (AM δίδωμι και δίδω) Ι. 1. δίνω στο χέρι κάτι, εγχειρίζω 2. χαρίζω, παρέχω («τού δώσε δέκα λίρες», «για τούτο είδεν ο Θεός τον περισσόν του πόνον και ήδωκεν στη ρήγισσα και πάλιν άλλον γόνον») 3. κληροδοτώ («τού δώσε τ… …   Dictionary of Greek

  • καρφώνω — [καρφί] 1. στερεώνω κάτι μπήγοντας καρφιά («καρφώνω τα σανίδια») 2. μπήγω σε κάποιο σώμα καρφί, μαχαίρι ή άλλο αιχμηρό αντικείμενο (α. «κάρφωσε στον τοίχο το καρφί» β. «τόν κάρφωσε με το μαχαίρι») 3. καταδίδω, προδίδω («μην τού εμπιστευθείς… …   Dictionary of Greek

  • κατ(α)- — α συνθετικό πολλών συνθέτων τής Ελληνικής, προερχόμενο από την πρόθεση κατά. Απαντά και με τη μορφή καθόταν το φωνήεν που ακολουθεί δασύνεται (καθ ημερινός, κάθ ιδρος) καθώς και με τη μορφή καται σε ελάχιστα σύνθετα τής Αρχαίας Ελληνικής (καται… …   Dictionary of Greek

  • κατάδοση — η (AM κατάδοσις) [καταδίδω] νεοελλ. 1. μυστική καταγγελία ή αποκάλυψη 2. προδοσία μσν. συκοφαντία αρχ. 1. καταβολή πληρωμής 2. πληρωμή με δόσεις …   Dictionary of Greek

  • καταβάνω — (κρητ. διαλεκτ. τ.) μαρτυρώ, καταδίδω («να θέλεις στον αφέντη μου να πα μέ καταβάνεις», Φορτουν.). [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + βάνω] …   Dictionary of Greek